Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2007

ΣΚΙΑΧΤΡΟ


Ξεκινώντας το μονοπάτι αυτό νιώθω να μετακομίζω κοντά σας. Να εμφυτεύομαι στο χωράφι του λόγου σαν ένα σκιάχτρο. Εκείνο το αστείο και κουρελίδικο κατασκεύασμα που διώχνει τα αχόρταγα μαυροπούλια με την παρουσία του. Υπάρχει μια
ανάγκη να γελάσει ο κάθε γεωργός τον καιρό της συγκομιδής. Υπάρχει ανάγκη ένα νόημα να συνδέει την ζωή όλων μας. Σκλάβος μιας τέτοιας πάλης ,κατατάσομαι στον αγώνα ενάντια στο άλογο, ενάντια στην αυτάρκεια που μαγεύει όλους μας.

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Είδα τα χνώτα ήχων μεσ το τζάμι μου
Σαν από καμιναδά σπλάχνα να καπνίζουνε
Έφταναν στεναγμοί σε σχήματα ανόμοια
Άλλοτε σαν σκυλιά στην λίγδα κοκκινόφθαλμα
Άλλοτε δάχτυλα βρεγμένα γυμνά δάκρυα.
Το τζάμι ακόμα-κι ίσως για στερνή φορά- δεν έσπασε
Τραντάχθηκε σαν στήθος που λαχτάρησε
Δρόσισε σβήνονας τα σχέδια,
Κλώτσησε παραχώνοντας τα μνήματα,
Σιώπησε δίνοντας αντίλαλο,
Χάραξε στο κορμί του τον καθρέφτη του,
Σφάλισε σκουριασμένο την νεότητα,
Νοίκιασε μια ρυτίδα για ωρίμανση,
Ψώνισε του μεσήλικα την σύνεση,
Φρόντισε να ζεστάνει το σπιτάκι του,
Ντύθηκε μ ένα φώς χριστουγεννιάτικο,
Μόνιασε με κουρτίνες που το κρύβουνε,
Άφησε παγωνιές ,παγόνια απ έξω του,
Άνοιξε αγκαλιές για τα αηδόνια του,
Πήρε και μια φωτιά και καψαλίστηκε,
Να έχει ένα σκώληκα ,ένα σκόλοπα,
Που μέσα απο την χαραμάδα του
Να τρέχει φώς και ήλιος στα κουτάβια του.
Άδραξε τον χειμώνα και την άμμο του,
Άρχισε προσευχή που ευχαρίστησε
Όλα των εξορίστων τα θυμιάματα,
Όλων των αποδήμων τα κυκλάμινα,
Πάντων των αγνωμόνων τα λικνίσματα,
Που τούμαθαν τους λύκους μεσ τα πρόβατα.
Κατεύθυνση σε ανύπαρκτη διεύθυνση,
Με κίνητρο το εμπόδιο που έσπρωχνε
Για να προσηλωθεί επάνω του ο άστεγος,
Για να μην ψάξει ο της οδού τον δρόμο του.